# ΚΟΜΜΑΤΟΚΡΑΤΙΑ KAI ΠΑΙΔΕΙΑ


Η συνεχής (καθ’ όλη τη διάρκεια της «μεταπολίτευσης») και συνεχιζόμενη μέχρι σήμερα (Μάϊος 2010) διολίσθηση της Δημοκρατίας μας, προς μία απεχθή και καταστροφική κομματοκρατία, υπό την κάλυψη και υποστήριξη μίας τεράστιας και αποτελεσματικής προπαγάνδας, έχει, μέχρι στιγμής, το εξής αποτέλεσμα στην Παιδεία, ορατό από κάθε Έλληνα πολίτη: Την απώλεια της ουσίας από την Παιδεία μας.
Αυτή η θεμελιώδης απώλεια, δεν περιορίζεται μόνο στο θεωρητικό πεδίο.
Έχει σαν άμεση συνέπεια, την απώλεια της τεράστιας αξίας του "προϊόντος" που, στο πεδίο της παραγωγής, χάνεται από την έλλειψη αυτής της ουσίας, επί σειρά ετών, από τα έσοδα της Εθνικής μας Οικονομίας.
Αν αποτιμηθεί κάποτε αυτή η χαμένη αξία, είναι σίγουρο ότι θα είναι μεγαλύτερη από το χρέος μας, που μας έχει καταστήσει αιχμάλωτους του ΔΝΤ & Σία, στερώντας μας την Ελευθερία μας στη διαχείριση των Οικονομικών μας.

Και εξηγούμαι: Δύο είναι οι άξονες , επάνω στους οποίους θα έπρεπε να είναι στημένο διαχρονικά, όλο το οικοδόμημα της Ελληνικής παιδείας: Ο έρωτας της μάθησης και η αγάπη της Δημοκρατίας.

Όταν οι δύο αυτές ροπές της ανθρώπινης φύσης (διότι αυτή τις γέννησε) βρουν την ελευθερία τής ανάπτυξής τους, στον χώρο που γεννήθηκαν, η Ελλάδα θα καταστεί και πάλι  κοινωνία ευχαριστημένων πολιτών και θα βρεί το δρόμο που έχει χάσει, ταλαιπωρούμενη σήμερα στα ψυχοφθόρα αδιέξοδα της ανόητης κατανάλωσης και της επιδερμικής ευχαρίστησης.

Αντ’ αυτών, η κομματοκρατούμενη Παιδεία, στα σχολεία, καλλιεργεί συστηματικά, την απέχθεια για μάθηση και εκπαιδεύει τη νεολαία στο «κάμα σούτρα» της «επί πληρωμή» συνεύρεσης με μία τραβεστί* Δημοκρατία.
*τραβεστί : μεταμφιεσμένος

Σύσσωμη η πολιτική ηγεσία του τόπου, αναφέρεται στην Παιδεία με μεγάλο σεβασμό και εκτίμηση.
Όλοι κόπτονται ότι η Παιδεία αποτελεί το Νο 1 καθήκον της Πολιτείας.
Όλοι οραματίζονται μία Παιδεία που θα αλλάξει την κοινωνία προς το καλύτερο.
Και όλοι αυτοί, ασελγούν επάνω της με τον πιο αισχρό τρόπο, αφού έχουν επιτρέψει (αν δεν το έχουν σχεδιάσει) ώστε να έχουμε οδηγηθεί σε μία «Παιδεία της απαιδευσίας", που η σπορά της στο μυαλό των παιδιών, γίνεται από επαγγελματίες που, στην πλειοψηφία τους, έχουν δεύτερη (δηλαδή υποδεέστερη) επαγγελματική επιλογή, αυτή του δασκάλου.
Και, αυτοί οι δάσκαλοι, καλούνται να διδάξουν μία «Παιδεία», που δεν έχει καταλήξει αν θέλει πολίτες/ρομπότ ή παπαγάλους, που θα αναπαράγουν πληροφορίες ή πολίτες σκεπτόμενους κριτικά, που θα μπορούν να παράγουν νέα γνώση από τις γνώσεις που παίρνουν.
Μία «Παιδεία», που παράγει πολίτες πολυμαθείς/ ημιμαθείς.

Πολίτες δήθεν δημοκρατικούς, που δεν διδάσκονται τι είναι η Δημοκρατία, με τους κανόνες της οποίας θα περάσουν όλη τους τη ζωή. Και, το χείριστο, μαθαίνουν (με τα αποπροσανατολιστικά, σχολικά «15μελή») ανώριμα και στραβά τον συνδικαλισμό ως Δημοκρατία, με αποτέλεσμα το "χτίσιμο" και τον ξυλοδαρμό των δασκάλων τους στα γραφεία τους.

Μία «Παιδεία», που δεν διδάσκει (στο βαθμό που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει, ώστε να γίνει ερωτεύσιμη γνώση) το πρώτιστο που οφείλει να διδάξει, δηλαδή το εργαλείο της σκέψης (και του συναισθήματος), τη γλώσσα.
Και, η παράλειψη αυτή «αναβαθμίζεται» σε βαθμό κακουργήματος, αν σκεφτούμε ότι η Ελληνική γλώσσα, πέραν του ότι αποτελεί τη βάση όλων των Ευρωπαϊκών γλωσσών, είναι και η μόνη εννοιοκρατική (νοηματική) γλώσσα, που όταν τη μιλάς γνωρίζοντάς την, όχι μόνο αναπτύσσεις τη σκέψη σου αλλά και αντλείς ευχαρίστηση από το άκουσμά της. Πχ, κανένας Ευρωπαίος όταν προφέρει τη λέξη “telegraph”, δεν γνωρίζει ότι «τηλε-γραφώ» σημαίνει ότι γράφω από μακρυά, διότι το πρόθεμα «τηλε» (από τους Ομηρικούς χρόνους) προσδίδει στη λέξη που ακολουθεί, ενέργεια που γίνεται από μακρυά, όπως, τηλε-πάθεια, τηλε-σκόπιο, τηλέ-φωνο, τηλε-όραση, κλπ.

Μία «Παιδεία» βαθμοθηρική, διεκπαιρεωτική, στείρα και άσχημη.
Μία «Παιδεία» που δεν γεννά γιατί κανένας δεν την ερωτεύεται, ώστε να συνουσιασθεί μαζί της, να σμίξει την πνευματική του ουσία με τη δική της.
Μία «Παιδεία», που ζητά από το παιδί να στερηθεί πολύ από την ευχαρίστησή του για να διαβάζει ώστε να μάθει αυτά που απαιτεί το «πρόγραμμα» για να μπεί στο Πανεπιστήμιο, μέσα από το οποίο, ως ακαδημαϊκός πολίτης/ψηφοφόρος, πλέον, διαπιστώνει γύρω του την πλεκτάνη μίας «κοινωνίας της κονόμας», που βραβεύει (υλικά και κοινωνικά) την αρπαχτή και την ήσσωνα προσπάθεια, τη «λούφα και παραλλαγή».
Βιώνει λοιπόν, ο νέος,  την αντίφαση μίας απαιτούμενης υπερπροσπάθειας (που έκανε για να μπεί στο Πανεπιστήμιο) για την επιδίωξη ενός αποτελέσματος που δεν έχει καμία σχέση με αυτή την προσπάθεια, καθ΄ότι αυτή ακυρώνεται από μία κομματοκρατούμενη αναξιοκρατία που αγκαλιάζει προστατευτικά και αποκλειστικά τα «δικά της παιδιά».
Μία ακόμη αντίφαση που γεννά η κομματοκρατία, η οποία σκοτώνει την ανάπτυξη της κοινωνίας.

Μία «Παιδεία», που (στην τελευταία βαθμίδα της, γι’ αυτό και ιδιαιτέρως επικίνδυνο) περνάει τη βία σαν τρόπο επίτευξης αυτού που θέλουμε.
Ο αντι-εξουσιαστής και ο αντι-φασίστας φοιτητής, ο αυριανός κοινωνικός ηγέτης, επιβάλλει πλέον τις απόψεις του με εξουσιαστικές και φασιστικές μεθόδους, όπως ξυλοδαρμό των καθηγητών του, που δεν συμφωνούν μαζί του, «χτίσιμο» των Πρυτάνεων των Πανεπιστημίων μέσα στα Γραφεία τους και άλλα τέτοια «όμορφα», υπό την ανοχή μίας άνευρης (χαμένης στις αμφισβητήσεις της) εποπτεύουσας(;) Αρχής.

Αντιγράφω το τι λέει ο Θανάσης Τσακνάκης, ένας εν ενεργεία δάσκαλος, εραστής (από τους λίγους) του λειτουργήματος του δασκάλου, σε μία συνέντευξή του σέ κάποιο περιοδικό:        « Πολλά μας υποσχέθηκαν κατά καιρούς, ελάχιστα μας έδωσαν. Το ζήτημα είναι πολιτικό. Γιατί, το ζητούμενο, όπως έχουν τα πράγματα, είναι η δημιουργία αγράμματων ανθρώπων που να αποτελούν φθηνά εργατικά χέρια, να μην αντιστέκονται, να μην αντιδρούν….»

«Το ζήτημα είναι πολιτικό», δηλαδή η πολιτική επιλογή προτάσσει το συμφέρον άλλων (αυτών που, στη προκειμένη περίπτωση θέλουν φθηνά εργατικά χέρια και μυαλά που δεν αντιστέκονται και δεν αντιδρούν) από το κοινωνικό όφελος, που θέλει μυαλά που αντιστέκονται στο άδικο, στο κακό και αντιδρούν.
Αλλά, αυτή ακριβώς η πρακτική , ορίζεται στο εγχειρίδιο αυτό ως κομματοκρατία. Σ’ αυτήν αναφέρεται, έστω κι αν δεν την ξέρει ακόμα (και γι αυτό δεν την κατονομάζει), ο Θανάσης Τσακνάκης και μαζί του ο κάθε Έλληνας που σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο.

Όλα τα άλλα, στα οποία αναλώνεται ο ατέρμονας δημόσιος διάλογος, περί μισθοδοσίας διδακτικού προσωπικού, ωρών διδασκαλίας, εκπαίδευσης, μετεκπαίδευσης των διδασκόντων, αξιολόγησης, μη αξιολόγησης, κλπ, κλπ, αποτελούν λειτουργικές και διαχειριστικές λεπτομέρειες, που πρέπει να προσαρμοσθούν και να λυθούν, επάνω στη λογική της εξυπηρέτησης των δύο αυτών αξόνων: Έρωτας της μάθησης και παθιασμένη αγάπη της Δημοκρατίας.
Τελεία και παύλα.

Νομίζω ότι αξίζει να αναφέρω κάτι που δεν θα ξεχάσω: την έκπληξη που απλώθηκε στο πρόσωπο της (τότε) Υπουργού Παιδείας κ. Μαριέτας Γιαννάκου, όταν, έχοντας φιλοξενούμενη εδώ την Υπουργό Παιδείας της Φινλανδίας (χώρας που, τελευταία, αριστεύει διεθνώς στην Παιδεία) της έκανε την τυπική έρώτηση: «- Εσείς τι κάνετε και έχετε καταγράψει αυτή την πρόοδο στην παιδεία σας;» και εκείνη της απάντησε πολύ απλά: «- Αντιγράψαμε τους αρχαίους Έλληνες».

Και ρωτάω: - Όταν έχεις παππού σου τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, τους δασκάλους όλων των άλλων δασκάλων όλου του κόσμου, επιτρέπεται να ψάχνεσαι;
Ή μήπως, αυτό που καταθέτει ευθαρσώς ο «μέσα στα πράγματα» Θανάσης Τσακνάκης «…. το ζητούμενο, όπως έχουν τα πράγματα, είναι η δημιουργία αγράμματων ανθρώπων που να αποτελούν φθηνά εργατικά χέρια, να μην αντιστέκονται, να μην αντιδρούν….» είναι η πολύ σκληρή αλήθεια;

Κι αν είναι έτσι, θα το αφήσουμε;;;;
 # η απάντηση στο  «ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ»  http://dia-tafta.blogspot.com